Meaning of όπιο | Babel Free
/ˈo.pi.o/Ορισμοί
- είδος ναρκωτικού που παράγεται από κάποιο είδος παπαρούνας με κατάλληλη επεξεργασία
-
οτιδήποτε σε αποκοιμίζει και σε εφησυχάζει, στρέφοντας την προσοχή και το ενδιαφέρον σου από τα σημαντικά σε ασήμαντα και δευτερεύοντα figuratively
Ισοδύναμα
English
Opium
Παραδείγματα
“Στα χρόνια του Μαρξ, το όπιο του λαού ήταν η θρησκεία. Σήμερα είναι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. (*)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.