Meaning of ωράριο | Babel Free
/oˈɾa.ɾi.o/Ορισμοί
- οι ώρες που εργάζεται κάποιος
- ο πίνακας στον οποίο αναγράφονται οι ώρες λειτουργίας μιας επιχείρησης, υπηρεσίας κ.λπ.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.