HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ψώρα | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ˈpso.ɾa/

Ορισμοί

  1. δερματική ασθένεια που προκαλείται από ακάρεα και μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο με βασικό σύμπτωμα συνήθως την φαγούρα και τα εξανθήματα, αλλά αποτελεί πλέον κυρίως ασθένεια των ζώων
  2. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ψώρας

Ισοδύναμα

English Scabies

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ψώρα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course