Ορισμοί
-
δερματική ασθένεια που προκαλείται από ακάρεα και μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο με βασικό σύμπτωμα συνήθως την φαγούρα και τα εξανθήματα, αλλά αποτελεί πλέον κυρίως ασθένεια των ζώων
-
γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ψώρας
Ισοδύναμα
2 more languages
Παραδείγματα
“Ο κτηνίατρος θεράπευσε την ψώρα του σκύλου.”
The vet treated the dog's mange.
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο
Δείτε τη λέξη ψώρα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.
Ξεκινήστε δωρεάν
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing.
Collaborate with Babel Free