Meaning of ψώρα | Babel Free
/ˈpso.ɾa/Ορισμοί
- δερματική ασθένεια που προκαλείται από ακάρεα και μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο με βασικό σύμπτωμα συνήθως την φαγούρα και τα εξανθήματα, αλλά αποτελεί πλέον κυρίως ασθένεια των ζώων
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ψώρας
Ισοδύναμα
English
Scabies
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.