Meaning of ψύχος | Babel Free
/ˈpsi.xos/Ορισμοί
- τελετουργικός εορτασμός προς τιμήν των ψυχών τεθνεώτων προσφιλών προσώπων
- ανδρικό επώνυμο
- το αίσθημα που προκαλείται από τις πολύ χαμηλές θερμοκρασίες
Παραδείγματα
“ο κατιφές δεν αγαπά το ψύχος αλλά η λεβάντα αντέχει και στα ψύχη και στις ζέστες”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.