HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ψιλή | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/psiˈli/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ψιλής
    rare
  2. το σημείο [ ᾿ ], το ένα από τα δύο πνεύματα που χρησιμοποιούνταν στο πολυτονικό σύστημα γραφής της ελληνικής γλώσσας, αυτό που δήλωνε την απουσία δασείας προφοράς για το αρχικό φωνήεν μιας λέξη, όμοιο με το σύμβολο της αποστρόφου
  3. μηχανή για κούρεμα που κόβει τα μαλλιά σύρριζα, γουλί
  4. η μπάτσα, η σφαλιάρα

Παραδείγματα

“※ Πάνω στο φωνήεν που προκύπτει από την κράση γράφεται ένα σημάδι που είναι όμοιο με την ψιλή και λέγεται κορωνίδα (βλ. § 49, 4): καὶ ἐγώ - κἀγώ· αν από την κράση προκύπτει κύριος δίφθογγος, η κορωνίδα σημειώνεται στο δεύτερο φωνήεν του διφθόγγου: τὰ αὐτά - ταὐτά. (Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Γυμνασίου - Λυκείου), 3ο Κεφάλαιο: Τόνοι, Πνεύματα, Στίξη. Δεύτερο Μέρος - Τυπολογικό, κεφάλαιο: Φθογγικά πάθη, Διαδραστικά Σχολικά Βιβλία, ebooks.edu.gr https://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2340/Grammatiki-Archaias-Ellinikis_Gymnasiou-Lykeiou_html-apli/index_01_04.html)”
“※ Την άλλη μέρα πήγα στον κουρέα στην οδό Σικίνου και του ζήτησα να με κουρέψει με την ψιλή. (Γιάννης Ξανθούλης (1987), Το πεθαμένο λικέρ [μυθιστόρημα])”
“θα σε αρχίσω στις ψιλές να στρώσεις”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ψιλή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course