Σημασία του ψιλή | Babel Free
psiˈliΟρισμοί
-
γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ψιλής rare
- το σημείο [ ᾿ ], το ένα από τα δύο πνεύματα που χρησιμοποιούνταν στο πολυτονικό σύστημα γραφής της ελληνικής γλώσσας, αυτό που δήλωνε την απουσία δασείας προφοράς για το αρχικό φωνήεν μιας λέξη, όμοιο με το σύμβολο της αποστρόφου
- μηχανή για κούρεμα που κόβει τα μαλλιά σύρριζα, γουλί
- η μπάτσα, η σφαλιάρα
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Πάνω στο φωνήεν που προκύπτει από την κράση γράφεται ένα σημάδι που είναι όμοιο με την ψιλή και λέγεται κορωνίδα (βλ. § 49, 4): καὶ ἐγώ - κἀγώ· αν από την κράση προκύπτει κύριος δίφθογγος, η κορωνίδα σημειώνεται στο δεύτερο φωνήεν του διφθόγγου: τὰ αὐτά - ταὐτά. (Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Γυμνασίου - Λυκείου), 3ο Κεφάλαιο: Τόνοι, Πνεύματα, Στίξη. Δεύτερο Μέρος - Τυπολογικό, κεφάλαιο: Φθογγικά πάθη, Διαδραστικά Σχολικά Βιβλία, ebooks.edu.gr https://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2340/Grammatiki-Archaias-Ellinikis_Gymnasiou-Lykeiou_html-apli/index_01_04.html)”
“※ Την άλλη μέρα πήγα στον κουρέα στην οδό Σικίνου και του ζήτησα να με κουρέψει με την ψιλή. (Γιάννης Ξανθούλης (1987), Το πεθαμένο λικέρ [μυθιστόρημα])”
“θα σε αρχίσω στις ψιλές να στρώσεις”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free