Σημασία του ψεκάζω | Babel Free
Ορισμοί
ρίχνω σε μια επιφάνεια σταγονίδια υγρού εκτοξεύοντάς τα με ειδική συσκευή (ψεκαστήρα ή σπρέι)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Πλύν' τα καλά τα φρούτα, γιατί τα έχουν ψεκάσει,”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free