Meaning of ψίθυρος | Babel Free
/ˈpsi.θi.ɾos/Ορισμοί
- ο μακρόσυρτος και ασαφής ήχος με χαμηλή ένταση, που παράγεται από χαμηλόφωνη ομιλία
-
κάθε σιγανός, ήσυχος κι ευχάριστος ήχος general
-
: φήμη που κυκλοφορεί υπόγεια, από στόμα σε στόμα figuratively, plural
Ισοδύναμα
English
Whisper
Παραδείγματα
“Όλη νύχτα ακούγονταν ψίθυροι από το διπλανό διαμέρισμα.”
“ο ψίθυρος του ποταμού”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.