HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ψέκας | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. συντετμημένη μορφή του ψεκασμένος
    familiar
  2. γενική ενικού του ψέκα
    genitive, singular

Παραδείγματα

“※ Το τελευταίο χρονικό διάστημα, ένα από τα συμπαρομαρτούντα του κορωνοϊού είναι και η χρήση της λέξης «ψεκασμένος», για όποιον δεν έχει κάνει το εμβόλιο κατά της Covid -19. Υπάρχουν βέβαια και οι τύποι «ψεκ» και «ψέκες» για τους, λεγόμενους, αρνητές των εμβολίων. (Ψεκασμένοι, Λέσχη Μπίλντερμπεργκ: Θεωρίες συνωμοσίας και πραγματικότητα, Πρώτο Θέμα, 18/09/2021, https://www.protothema.gr/stories/article/1162435/psekasmenoi-leshi-bilderberg-theories-sunomosias-i-pragmatikotita/)”
“※ οι «ψεκασμένοι» λέγονται, χάριν συντομίας «ψεκ». Η συγκεκριμένη λέξη θυμίζει βέβαια περισσότερο κατσαριδοκτόνο, αλλά τείνει να καθιερωθεί, κυρίως για τους λεγόμενους, αρνητές των εμβολίων. Επίσης, ο ψεκασμένος αποκαλείται «ψέκας» (πληθ. ψέκες). (Γυναικοκτονία, φεμιναζί, δικαιωματιστής κ.ά.- Ελληνικές… επινοήσεις ή ξενόφερτοι όροι; εφημερίδα Πρώτο Θέμα, 01/08/2021 https://www.protothema.gr/stories/article/1148227/gunaikoktonia-feminazi-dikaiomatistis-ka-ellinikes-epinoiseis-i-xenofertoi-oroi/)”
“※ Τα κόμματα της "Ψέκας"... (capital.gr, 20 Ιουλίου 2021 https://www.capital.gr/o-kostas-stoupas-grafei/3560816/ta-kommata-tis-psekas)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ψέκας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course