Meaning of Ψ | Babel Free
Ορισμοί
- ψι: το εικοστό τρίτο γράμμα (και δέκατο έβδομο σύμφωνο) του ελληνικού αλφαβήτου, που προστέθηκε στο φοινικικό στο οποίο δεν υπήρχε. Αποδίδεται με το ps στα περισσότερα δυτικά αλφάβητα που δε διαθέτουν αντίστοιχο φθόγγο. Προήλθε από την ένωση χειλικών (π, φ, φ με το σ). Στη νεοελληνική προέκυψε και από την ένωση του υ των διφθόγγων με το σ (δούλευσα,δούλεψα)
- το ψι κεφαλαίο: γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (μικρό: ψ)
- ο αριθμός 700 στην αρχαία ελληνική αν είχε τον τόνο πάνω δεξιά (Ψ') και ο αριθμός 700.000 με τον τόνο κάτω αριστερά (,Ψ)
- η 23η ραψωδία στην Ιλιάδα και της Οδύσσειας -σύμφωνα με ορισμένους φιλολόγους η 23η της Οδύσσειας με ψ πεζό
- γράμμα της κυριλλικής γραφής μέχρι το 1700 -και σήμερα σε σλαβονικές εκκλησίες
- διεθνές σύμβολο σε πράξεις της φυσικής, των μαθηματικών, αλλά και σε παραμέτρους της μικροβιολογίας και άλλων επιστημών
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.