HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χρωστική | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

αδιάλυτη ουσία στα κύτταρα που δίνει χρώμα στον ιστό από αυτά τα κύτταρα, πχ. στο δέρμα και τα μαλλιά

Ισοδύναμα

English colourant

Παραδείγματα

“τα φύλλα των φυτών περιέχουν χλωροφύλλη, μια χρωστική που τους προσδίδει το χαρακτηριστικό πράσινο χρώμα”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χρωστική used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course