Meaning of χόνδρος | Babel Free
/ˈxon.ðɾos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- στερεός αλλά ελαστικός ιστός στις αρθρώσεις πολλών ζώων
- ιστός που αποτελεί ολόκληρο το ερειστικό σύστημα οργανισμών οι οποίοι δεν διαθέτουν οστέινο σκελετό
Ισοδύναμα
English
Cartilage
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.