Meaning of χλωρίδιο | Babel Free
/xloˈɾi.ði.o/Ορισμοί
: οποιαδήποτε ουσία στο μόριο της οποίας φέρεται άτομο χλωρίου, όπως π.χ. χλωριούχο νάτριο
Παραδείγματα
“χλωρίδιο του βρωμίου, χλωρίδιο του ασβεστίου, χλωρίδιο του χρυσού κ.λπ.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.