HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

χλώριο

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
ˈxlo.ɾi.o

Ορισμοί

  1. αμέταλλο χημικό στοιχείο, που ανήκει στα αλογόνα, με ατομικό αριθμό 17 και χημικό σύμβολο το Cl
  2. αέριο με έντονη οσμή και τοξικότητα, που ερεθίζει τους βλεννογόνους και το δέρμα, και το οποίο χρησιμoποιείται για λεύκανση υφασμάτων και χαρτιών υγείας ή γενικά χαρτοπολτού, καθώς και για απολύμανση (νερού, χώρων, κ.α.)

Ισοδύναμα

EnglishChlorine
Españolcloro
Françaischloréchlore
9 more languages
DeutschChlor
Esperantokloro
Suomikloori
Italianocloro
Latinachlorum
Nederlandschloor
Polskichlor
Portuguêscloro
Svenskaklor

Παραδείγματα

“Πρόσθεσαν χλώριο στο νερό της πισίνας.”

They added chlorine to the pool water.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη χλώριο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free