HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χειλαρά | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. μεγάλο χείλος, συνήθως στον πληθυντικό (χειλάρες)
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χειλαράς
    accusative, nominative, singular, vocative

Παραδείγματα

“※ Κοντή, νευρώδης καί μελαχρινή, μέ γαμψή μύτη, ἔκφυλο στόμα μέ ἀνοικονόμητες χειλάρες καί πράσινα γλαρά μάτια (Χρήστος Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί. Μυθιστόρημα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1993, σελ. 55)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χειλαρά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course