Meaning of χειλαρά | Babel Free
Ορισμοί
- μεγάλο χείλος, συνήθως στον πληθυντικό (χειλάρες)
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του χειλαράς accusative, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“※ Κοντή, νευρώδης καί μελαχρινή, μέ γαμψή μύτη, ἔκφυλο στόμα μέ ἀνοικονόμητες χειλάρες καί πράσινα γλαρά μάτια (Χρήστος Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί. Μυθιστόρημα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1993, σελ. 55)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.