Meaning of χαρακιά | Babel Free
/xa.ɾaˈca/Ορισμοί
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαρακώνω καθώς και (κατ’ επέκταση) το σημάδι που μένει από τη σχετική ενέργεια
- χτύπημα με κάποιο χάρακα
-
ρυτίδα familiar
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.