Meaning of χαμάμ | Babel Free
/xaˈmam/Ορισμοί
- κτήριο με θερμά λουτρά και (κατ’ επέκταση) το σωματικό πλύσιμο σ’ αυτά
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
κάθε κτήριο ή δωμάτιο με υπερβολική ζέστη figuratively
Ισοδύναμα
English
Turkish bath
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.