Meaning of χαλίκι | Babel Free
/xaˈli.ci/Ορισμοί
- χωριό της Ελλάδας στον Ασπροπόταμο
- ένα μικρό κομμάτι βράχου, συνήθως από λατομείο, που χρησιμοποιείται ως οικοδομικό υλικό ή για πρόχειρη επίστρωση επιφανειών (δρόμων, διαδρόμων, αυλών)
- στη γεωλογία το χαλίκι ανήκει στα κλαστικά ιζήματα, και στην υποκατηγορία τους "κροκάλες-λατύπες" με προσδιορισμό μεγέθους τα 4 έως 64 χιλ.
Ισοδύναμα
English
Gravel
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.