Meaning of χαλάρωμα | Babel Free
Ορισμοί
- το αποτέλεσμα του χαλαρώνω, η χαλάρωση, σωματική (με χαλάρωση των μυών) και ψυχική (με αποφυγή του στρες)
- το να αφήνεται μπόσικο, λάσκα κάτι που σφίγγει -ένα σκοινί, μια ζώνη, ο κόμπος της γραβάτας
- το να γίνεται χαλαρό κάτι που πολλοί θεωρούν χρήσιμο να είναι σφιχτό (οικογενειακοί δεσμοί, ηθική, η σχέση του ατόμου με τη θρησκεία κ.α.)
Ισοδύναμα
English
Relaxation
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.