Meaning of χάρος | Babel Free
/ˈxa.ɾos/Ορισμοί
- η προσωποποίηση του θανάτου,
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Χάρου)
- προσωποποιημένος ο χάρος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Προσπαθούσαμε να τα πλησιάσουμε, αλλά μας φοβούνταν, σαν να ήμασταν οι χάροι τους. (* εφημερίδα Το Βήμα)”
“※ Ακριτικό τραγούδι από τη Δ. Μακεδονία, ※ ebooks.edu.gr Νέα Ελληνικά Β' ΕΠΑ.Λ. Γενικής Παιδείας, ημερομηνία ανάκτησης: 24-12-2024”
“Παναγιά του Χάρου: προσωνυμία της Θεοτόκου στους Λειψούς των Δωδεκανήσων, από εικόνα της στο ομώνυμο εξωμονάστηρο”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.