φωταγωγός
Ορισμοί
ο σχετικά μικρός σε διαστάσεις, εσωτερικός κενός χώρος πολυκατοικίας που θεωρητικά χρησιμεύει για να παρέχει φωτισμό σε εσωτερικούς χώρους διαμερισμάτων
Ισοδύναμα
EnglishSkylight
21 more languages
العربيةرفيف
ČeštinaSvětlík
Gàidhligleòsan-adhair
עבריתצהר
हिन्दीगवाक्ष
Հայերեներդիկ
Italianolucernario
日本語天窓
한국어채광창
Latinaaethra
PolskiŚwietlik
Portuguêsclarabóia
Русскийсветово́й люк
Türkçeaydınlık
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free