Meaning of φυτευτός | Babel Free
Ορισμοί
- φυτό που έχει φυτευτεί, σε αντιδιαστολή προς τα αυτοφυές
-
το τεχνητό, μη φυσικό, που μεταμοσχεύεται, τοποθετείται figuratively
-
που δεν ανήκει κάπου, που δε βρέθηκε εκεί με φυσικό, αποδεκτό τρόπο figuratively
Παραδείγματα
“φυτευτά δόντια, μαλλιά φυτευτές βλεφαρίδες”
“Ήρθε φυτευτός από τον υπουργό, χωρίς διαγωνισμούς, χωρίς προσόντα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.