HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φυτευτός | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. φυτό που έχει φυτευτεί, σε αντιδιαστολή προς τα αυτοφυές
  2. το τεχνητό, μη φυσικό, που μεταμοσχεύεται, τοποθετείται
    figuratively
  3. που δεν ανήκει κάπου, που δε βρέθηκε εκεί με φυσικό, αποδεκτό τρόπο
    figuratively

Παραδείγματα

“φυτευτά δόντια, μαλλιά φυτευτές βλεφαρίδες”
“Ήρθε φυτευτός από τον υπουργό, χωρίς διαγωνισμούς, χωρίς προσόντα”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φυτευτός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course