HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φυσερό | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. φυσούνα, φυσητήρας, φύσα, απλή φορητή συσκευή με ασκό με την οποία παράγεται και φυσιέται αέρας προς συγκεκριμένη κατεύθυνση συνήθως για τεχνικές εργασίες π.χ. παλιότερα στα σιδηρουργεία και στα υαλουργεία
  2. η βεντάλια ή οποιοδήποτε επίπεδο, ελαφρύ και λεπτού πάχους φορητό αντικείμενο με λαβή μετακινεί χειροκίνητα μικρές μάζες αέρα ώστε κάποιος να δροσίζεται ή να ανανεώνει τον αέρα κοντά του

Ισοδύναμα

English Bellows

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φυσερό used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course