HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

φυσερό

Ουσιαστικό CEFR B1

Ορισμοί

  1. φυσούνα, φυσητήρας, φύσα, απλή φορητή συσκευή με ασκό με την οποία παράγεται και φυσιέται αέρας προς συγκεκριμένη κατεύθυνση συνήθως για τεχνικές εργασίες π.χ. παλιότερα στα σιδηρουργεία και στα υαλουργεία
  2. η βεντάλια ή οποιοδήποτε επίπεδο, ελαφρύ και λεπτού πάχους φορητό αντικείμενο με λαβή μετακινεί χειροκίνητα μικρές μάζες αέρα ώστε κάποιος να δροσίζεται ή να ανανεώνει τον αέρα κοντά του

Ισοδύναμα

8 more languages
Ελληνικάφυσούνα
Suomilietsoa
한국어
Nederlandsbalgblaasbalg
Polskimiech

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη φυσερό σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free