Meaning of φτέρη | Babel Free
/ˈfte.ɾi/Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γυναικείο επώνυμο
- καλλωπιστικό και διακοσμητικό φυτό με χαρακτηριστικά σύνθετα φύλλα, της κλάσης των Πτεριδικών.
- κορυφή βουνού της Ευρυτανίας
Ισοδύναμα
English
fern
Παραδείγματα
“H Μαρκέλλα έχει στον κήπο της εντυπωσιακές φτέρες.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.