Meaning of φουρνιά | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- η ποσότητα που ψήνεται στο φούρνο σε κάθε ψήσιμο
-
μια φρέσκια, καινούργια ομάδα ή σύνολο, μια σειρά με την έννοια του στρατού figuratively
Παραδείγματα
“Πόσες φουρνιές μπισκότα έβγαλες;”
“Φίλε μου είσαι άλλης γενιάς, τώρα έχουν βγει νέες φουρνιές γιατρών κι εσύ έχεις μείνει στα παλιά”
“Η νέα φουρνιά δημοσίων υπαλλήλων προσλαμβάνεται με κακές απολαβές και έχει δυσοίωνο μέλλον”
“Δεν ήταν καλή φουρνιά οι απόφοιτοι του 1970 και 1971”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.