Meaning of φουλ | Babel Free
/ˈful/Ορισμοί
- γεμάτος, κορεσμένος
- στην υψηλότερη ένταση, στον ανώτερο βαθμό
Παραδείγματα
“η αίθουσα/το γήπεδο/το ντεπόζιτο ήταν φουλ”
“τα μεγάφωνα έπαιζαν/το καλοριφέρ δούλευε στο φουλ”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.