HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του φουαγιέ | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
fu.aˈʝe

Ορισμοί

  1. ευρύχωρος χώρος, συνήθως σε θέατρο, κινηματογράφο ή άλλο μέρος κοινωνικών εκδηλώσεων (π.χ. μια έκθεση ή ένα σεμινάριο), ο οποίος εξυπηρετεί την υποδοχή των θεατών ή των επισκεπτών αλλά και την παραμονή τους σε περιόδους διαλειμμάτων, ώστε να είναι δυνατό να συζητήσουν, να πάρουν ένα ποτό και μέχρι την απαγόρευση του καπνίσματος, να καπνίσουν κ.λπ.
  2. καπνιστήριο

Ισοδύναμα

العربية بهو
Български фоайе
Bosanski foaje фоаје
Čeština foyer
Deutsch Foyer
English Foyer
Español foyer zaguán
Suomi aula lämpiö
Français foyer
Gaeilge forhalla
עברית מבואה
Hrvatski foaje фоаје
Magyar előtér hall
Հայերեն ճեմասրահ ֆոյե
Italiano foyer ridotto
日本語 玄関
ქართული ფოიე
Македонски фоаје
Nederlands foyer
Polski foyer
Português saguão
Русский фойе́
Shqip pojatë treme
Српски foaje фоаје
Svenska entré foajé
Türkçe fuaye
Українська фоє фойє

Παραδείγματα

“※ Μόλις 60 λεπτά κράτησε η ξαφνική μπόρα τροπική θύελλα που έπληξε τις βορειοανατολικές περιοχές της Αθήνας, άλλα η πρωτοφανής ένταση του φαινομένου ήταν τόσο μεγάλη που οι χείμαρροι του νερού από τον Υμηττό εισέβαλαν ορμητικά στο θέατρο Badminton (που σημειωτέον το μεγαλύτερο μέρος των σκηνικών και ηλεκτρομηχανολογικών του εξοπλισμών αναπτύσσεται κάτω από το έδαφος) και προξένησαν ανυπολόγιστες ζημιές στο κάτω φουαγιέ, την πλατεία των θεατών, τη σκηνή, την αποθήκη της σκηνής, τον ηλεκτρολογικό και μηχανολογικό εξοπλισμό, τα πατώματα κλπ. (tovima.gr)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη φουαγιέ σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free