Meaning of φουαγιέ | Babel Free
/fu.aˈʝe/Ορισμοί
- ευρύχωρος χώρος, συνήθως σε θέατρο, κινηματογράφο ή άλλο μέρος κοινωνικών εκδηλώσεων (π.χ. μια έκθεση ή ένα σεμινάριο), ο οποίος εξυπηρετεί την υποδοχή των θεατών ή των επισκεπτών αλλά και την παραμονή τους σε περιόδους διαλειμμάτων, ώστε να είναι δυνατό να συζητήσουν, να πάρουν ένα ποτό και μέχρι την απαγόρευση του καπνίσματος, να καπνίσουν κ.λπ.
- καπνιστήριο
Ισοδύναμα
English
Foyer
Παραδείγματα
“※ Μόλις 60 λεπτά κράτησε η ξαφνική μπόρα τροπική θύελλα που έπληξε τις βορειοανατολικές περιοχές της Αθήνας, άλλα η πρωτοφανής ένταση του φαινομένου ήταν τόσο μεγάλη που οι χείμαρροι του νερού από τον Υμηττό εισέβαλαν ορμητικά στο θέατρο Badminton (που σημειωτέον το μεγαλύτερο μέρος των σκηνικών και ηλεκτρομηχανολογικών του εξοπλισμών αναπτύσσεται κάτω από το έδαφος) και προξένησαν ανυπολόγιστες ζημιές στο κάτω φουαγιέ, την πλατεία των θεατών, τη σκηνή, την αποθήκη της σκηνής, τον ηλεκτρολογικό και μηχανολογικό εξοπλισμό, τα πατώματα κλπ. (tovima.gr)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.