Meaning of φιστικιά | Babel Free
/fistiˈcʝa/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιστίκι accusative, nominative, plural, vocative
- το καρποφόρο δέντρο το οποίο παράγει το φιστίκι (δέντρο που η καλλιέργειά του στην Ελλάδα εισήχθη μάλλον από την Περσία)
Ισοδύναμα
English
Pistachio
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.