HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

φιστικιά

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
fistiˈcʝa

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φιστίκι
    accusative, nominative, plural, vocative
  2. το καρποφόρο δέντρο το οποίο παράγει το φιστίκι (δέντρο που η καλλιέργειά του στην Ελλάδα εισήχθη μάλλον από την Περσία)

Ισοδύναμα

41 more languages
Azərbaycan dilipüstə
Българскишамфъстък
Bosanskiписта
Češtinapistácie
Cymraegpistasio
DeutschPistazie
Ελληνικάφιστίκι
Esperantopistako
فارسیپسته
Gaeilgepiostáis
ગુજરાતીપિસ્તા
עבריתפיסטוק
हिन्दीपिस्ता
Hrvatskiписта
Հայերենպիստակ
Italianopistacchio
Қазақ тіліпісте
LëtzebuergeschPistache
मराठीपिस्ता
Nederlandspistache
ਪੰਜਾਬੀਪਿਸਤਾ
Polskipistacja
Românăfistic
Русскийфисташка
سنڌيپستو
Slovenščinapistacija
Српскиписта
Тоҷикӣписта
Türkçefıstık
اردوپستہ

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη φιστικιά σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free