Meaning of φιδίσιος | Babel Free
/fiˈði.sços/Ορισμοί
- που προέρχεται από φίδι, σχετίζεται μ' αυτό
- που μοιάζει με φίδι
-
που δεν έχει σχήμα ευθύ ή ίσιο· που ελίσσεται broadly
-
που είναι ευλύγιστος, λυγερόκορμος figuratively
-
που είναι ύπουλος, φαρμακερός, φαρμακόγλωσσος, επικίνδυνος figuratively
Παραδείγματα
“φιδίσιο δέρμα”
“φιδίσια γλώσσα (κυριολεκτικά, για το όργανο του στόματος: μυτερή γλώσσα)”
“φιδίσιος δρόμος”
“φιδίσιο κορμί”
“※ έχεις ομορφιά φιδίσια | τί γυρεύεις στα Πατήσια; (στίχοι του Νικόλα Άσιμου από το τραγούδι «Λίνα»)”
“φιδίσια συμπεριφορά, φιδίσια γλώσσα (για την ομιλία, τα λεγόμενα)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.