HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του φεν | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR C2
ˈfen

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. καταβάτης άνεμος που φέρει θερμό ρεύμα αέρα

Ισοδύναμα

Bosanski fen fon
Čeština fen
Dansk føn
Deutsch Föhn föhn
English foehn
Français foehn
Hrvatski fen fon
Magyar fon főn
Italiano favonio föhn
한국어
Kurdî fen fon
Nederlands föhn föhnwind
Polski fen
Русский фен
Српски fen fon
Türkçe fön
中文 焚風
ZH-TW 焚風

Παραδείγματα

“※ Το φαινόμενο αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό στις βόρειες πλευρές των Άλπεων όταν πνέουν νότιοι άνεμοι. Αυτοί προκαλούν βροχές στην Ιταλία όσο ανέρχονται στις Άλπεις στη δε Γερμανία όπου κατέρχονται και πάλι πνέει θερμός και ξηρός άνεμος που ονομάζεται Φέν (Foehn). Άνεμος τύπου φέν εμφανίζεται και στην Ελλάδα όπως π.χ. στις δυτικές ακτές της Πελοποννήσου όταν πνέουν ΝΑ άνεμοι, […]”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη φεν σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free