φεμιναζί
Ορισμοί
ακραία ή μαχητική φεμινίστρια η οποία χαρακτηρίζεται από μια συνεχόμενη δίψα για δύναμη και από την πεποίθηση ότι οι άντρες δεν είναι απαραίτητοι
neologism, offensive
Ισοδύναμα
12 more languages
Catalàfeminazi
DeutschFeminazi
Galegofeminazi
Italianonazifemminista
日本語フェミナチ
한국어페미나치
Русскийфемина́ци
Svenskafeminazist
Türkçefeminazi
Παραδείγματα
“※ στην Αργεντινή […] Μια στις τρεις γυναίκες υπέστη βία στα κοινωνικά μέσα μαζικής ενημέρωσης και κατηγορήθηκε ως «δολοφόνος μωρών» και «φεμιναζί».”
“※ «Ρας Λίμπο : Απεβίωσε ο ακροδεξιός που μεταμόρφωσε την αμερικανική πολιτική – Εφηύρε τον όρο «φεμιναζί»”
“※ Μια άλλη λέξη η οποία συναντάται πάρα πολύ συχνά στα σχόλια της διαδικτυακής εφημερίδας protothema, είναι η λέξη «φεμιναζί»”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free