Meaning of φασολάκι | Babel Free
/fa.soˈla.ci/Ορισμοί
- ο πράσινος καρπός της φασολιάς που μαγειρεύται
-
μικρό φασόλι literally
- σε σχήμα φασολιού, συνήθως τραπεζάκι
Παραδείγματα
“λαϊκότροπο: φασουλάκι”
“στον πληθυντικό → φασολάκια: λαδερό φαγητό με φασολάκια”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.