Meaning of φαρμακεία | Babel Free
/faɾ.maˈci.a/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- η εγκληματική ενέργεια της χορήγησης δηλητηρίου σε κάποιον με σκοπό το θάνατό του
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαρμακείο
Παραδείγματα
“παλιά πολυτονική γραφή προ 1982: φαρμακεῖα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.