Meaning of φανέλα | Babel Free
/faˈne.la/Ορισμοί
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φανελάς accusative, genitive, singular, vocative
- είδος μαλακού μάλλινου υφάσματος που συχνά περιέχει και βαμβάκι
- ανδρικό και παιδικό εσώρουχο, συνήθως βαμβακερό και άλλοτε μάλλινο
Ισοδύναμα
English
Singlet
Παραδείγματα
“Πλύνε μου και καμιά φανέλα, γιατί ξέμεινα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.