HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του φανέλα | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
faˈne.la

Ορισμοί

  1. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του φανελάς
    accusative, genitive, singular, vocative
  2. είδος μαλακού μάλλινου υφάσματος που συχνά περιέχει και βαμβάκι
  3. ανδρικό και παιδικό εσώρουχο, συνήθως βαμβακερό και άλλοτε μάλλινο

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“Πλύνε μου και καμιά φανέλα, γιατί ξέμεινα”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη φανέλα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free