HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

φάβα

Ουσιαστικό CEFR B1
ˈfa.va

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. φαγητό το οποίο στην Ελλάδα παρασκευάζεται συνήθως από το φυτό λαθούρι αλλά και από μερικά ακόμη βρασμένα και αλεσμένα όσπρια, είτε ξερά μπιζέλια είτε κουκιά

Ισοδύναμα

5 more languages
DeutschSchalerbse
فارسیلپه
한국어완두 짜개
Nederlandsspliterwt

Παραδείγματα

“Η κυρία Φάβα κατοικεί στο διπλανό διαμέρισμα.”

Mrs. Fava lives in the neighboring apartment.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη φάβα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free