Meaning of φάβα | Babel Free
/ˈfa.va/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- φαγητό το οποίο στην Ελλάδα παρασκευάζεται συνήθως από το φυτό λαθούρι αλλά και από μερικά ακόμη βρασμένα και αλεσμένα όσπρια, είτε ξερά μπιζέλια είτε κουκιά
Ισοδύναμα
English
split pea
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.