Meaning of υψοφοβία | Babel Free
Ορισμοί
φόβος που αισθάνεται κάποιος που έχει ανέβει σε μεγάλο ύψος ή υψηλό σημείο (ψηλά βράχια, ουρανοξύστες, υψηλές γέφυρες), ο οποίος βιώνεται με έντονο άγχος ή πανικό
Παραδείγματα
“※ «Κοιτάζω ψηλά, κοιτάζω χαμηλά», λέει ο Σκότι, που έχει ανεβεί πάνω σε ένα σκαμνί, προσπαθώντας κωμικοτραγικά να λυτρωθεί από την υψοφοβία. Το αίσθημα της ανασφάλειας σε κατατρύχει πάντα, όσες φορές και αν έχεις δει τον «Δεσμώτη του ιλίγγου». Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ αρνείται να μας καθησυχάσει. Γνωρίζει ότι ο κόσμος είναι μια χαώδης καταπακτή, με άπειρες πιθανότητες και λύσεις, αδιέξοδα και ιλίγγους. Και με τον «Δεσμώτη του ιλίγγου» θα μορφοποιήσει αυτό το αβυσσαλέο αίνιγμα της ύπαρξης. Θα αποδείξει ότι ο κινηματογράφος μπορεί να γίνει το ισοδύναμο του ονείρου. (www.tovima.gr, 06.09.2008)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.