Meaning of υπακοή | Babel Free
/i.pa.koˈi/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- το να υπακούει κάποιος στους ανωτέρους του ή στους νόμους, να εκτελεί τις εντολές τους, να συμμορφώνεται προς τα κελεύσματά τους
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.