υπέρταση
Ορισμοί
- η μεγαλύτερη από το κανονικό αρτηριακή πίεση
- η μεγαλύτερη από το κανονικό τάση σε ένα ηλεκτρικό δίκτυο
Ισοδύναμα
25 more languages
Catalàhipertensió
Galegohipertensión
Íslenskaháþrýstingur
Italianoipertensione
日本語高血圧
한국어고혈압
Bahasa Melayuhipertensi
မြန်မာသွေးတိုးရောဂါ
Nederlandshypertensie
Polskinadciśnienie
Kiswahilishinikizo la juu la damu
తెలుగుఅధిక రక్తపోటు
Tagalogaltapresyon
Türkçehipertansiyon
中文高血壓
繁體中文高血壓
Παραδείγματα
“※ Μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί στο παρελθόν έδειξαν ότι τα ψευδοφάρμακα βελτιώνουν την κατάσταση ασθενών που πάσχουν από κατάθλιψη, πόνους ή υπέρταση. (https://www.kathimerini.gr/world/323618/nai-i-ochi-sta-pseydofarmaka εφημερίδα Καθημερινή, 28.05.2008])”
“※ παρά τη λήψη όλων των δυνατών μέτρων από τη ΔΕΗ είναι αντικειμενικά και πρακτικά αδύνατο να αποκλεισθεί εντελώς η εμφάνιση διαταραχών της τάσης (μειώσεις της τάσης, υπερτάσεις, διακοπές βραχείας ή μακράς διάρκειας κ.λπ.) (από το δικτυακό τόπο της ΔΕΗ)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free