υδρωπικία
Ορισμοί
παθολογική κατακράτηση ορώδους υγρού σε ιστούς ή κοιλότητες του σώματος, που προκαλεί οίδημα ή διόγκωση
Ισοδύναμα
15 more languages
DeutschWassersucht
Magyarödéma
Bahasa Indonesiabasal
Kurdîedem
Nederlandswaterzucht
Polskiobrzęk
తెలుగుఉబ్బురోగము
Tagalogkalamayo
Tiếng Việtphù nề
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free