Meaning of υάκινθος | Babel Free
/iˈa.cin.θos/Ορισμοί
- βολβώδες μονοκοτυλήδονο καλλωπιστικό φυτό της οικογένειας των λιλιδών. Έχει λεπτά μακρόστενα φύλλα κι ευωδιαστά άνθη.
- πολύ όμορφος νέος από τις λακωνικές Αμύκλες, ευνοούμενος του θεού Απόλλωνα, τον οποίο ο θεός σκότωσε κατά λάθος
- η πορτοκαλέρυθρη διαφανής παραλλαγή του ορυκτού ζιρκόνιου
- ανδρικό όνομα
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.