υάκινθος
Ορισμοί
- βολβώδες μονοκοτυλήδονο καλλωπιστικό φυτό της οικογένειας των λιλιδών. Έχει λεπτά μακρόστενα φύλλα κι ευωδιαστά άνθη.
- πολύ όμορφος νέος από τις λακωνικές Αμύκλες, ευνοούμενος του θεού Απόλλωνα, τον οποίο ο θεός σκότωσε κατά λάθος
- η πορτοκαλέρυθρη διαφανής παραλλαγή του ορυκτού ζιρκόνιου
- ανδρικό όνομα
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free