Meaning of τσατμάς | Babel Free
/t͡satˈmas/Ορισμοί
-
δομική κατασκευή (είδος τοιχοποιίας), στην οποία πρώτα κατασκευάζεται ένας ξύλινος σκελετός και στη συνέχεια τα κενά γεμίζονται με λιθαράκια, κλαδιά, καλάμια κ.ά. και καλύπτονταν με σοβά dated, vulgar
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Τσατμά)
-
χωριό της Φθιώτιδας, πρώην ονομασία του Πετρωτού dated
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.