τσάτνεϊ
Ορισμοί
γλυκό ή αλμυρό αλλά συνήθως πικάντικο καρύκευμα, με προέλευση από την ανατολική Ινδία, το οποίο παρασκευάζεται από διάφορα φρούτα ή/και λαχανικά και συνήθως περιέχει σημαντικές ποσότητες φρέσκων πράσινων ή αποξηραμένων κόκκινων πιπεριών τσίλι
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Τα τσάτνεϊ δεν διαφέρουν και πολύ από τις μαρμελάδες, τουλάχιστον ως προς τον τρόπο παρασκευής, αφού και αυτά προϋποθέτουν βράσιμο των φρούτων στην κατσαρόλα μαζί με ζάχαρη ή σιρόπι ή κάποιο άλλο υγρό (π.χ. ξίδι ή κρασί), το οποίο θα σχηματίσει σιρόπι κατά τη διάρκεια του βρασμού.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free