Meaning of τσάτνεϊ | Babel Free
/ˈt͡sat.ne.i/Ορισμοί
γλυκό ή αλμυρό αλλά συνήθως πικάντικο καρύκευμα, με προέλευση από την ανατολική Ινδία, το οποίο παρασκευάζεται από διάφορα φρούτα ή/και λαχανικά και συνήθως περιέχει σημαντικές ποσότητες φρέσκων πράσινων ή αποξηραμένων κόκκινων πιπεριών τσίλι
Ισοδύναμα
English
Chutney
Παραδείγματα
“※ Τα τσάτνεϊ δεν διαφέρουν και πολύ από τις μαρμελάδες, τουλάχιστον ως προς τον τρόπο παρασκευής, αφού και αυτά προϋποθέτουν βράσιμο των φρούτων στην κατσαρόλα μαζί με ζάχαρη ή σιρόπι ή κάποιο άλλο υγρό (π.χ. ξίδι ή κρασί), το οποίο θα σχηματίσει σιρόπι κατά τη διάρκεια του βρασμού.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.