Σημασία του τσίφτης | Babel Free
ˈt͡si.ftisΟρισμοί
-
άνθρωπος έξυπνος vulgar
- ανδρικό επώνυμο
-
άψογος στην εμφάνιση ή στη συμπεριφορά. vulgar
-
μάγκας vulgar
- είδος αετού (Milvus migrans)
Παραδείγματα
“Τον εμπιστεύομαι, είναι πολύ τσίφτης.”
“※ Ξεκρεμάω το καλό το κουστούμι μου […]. Μπαίνοντας στο μαγαζί κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Είμαι τσίφτης (Δημήτρης Χατζής, Το διπλό βιβλίο, β΄ έκδοση ξανακοιταγμένη [ανατύπωση]. Αθήνα: Καστανιώτης, 1977, σ. 78. ISBN 960-03-0401-7)”
“μάγκας, τσίφτης και καραμπουζουκλής”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free