Meaning of τσέτουλα | Babel Free
/ˈt͡se.tu.la/Ορισμοί
- κομμάτι ξύλου όπου χάραζαν με εγκοπές τις αγορές επί πιστώσει, τα χρέη των πελατών
-
σημάδι, κοψιά, εγκοπή (για λογιστική χρήση, για τήρηση λογαριασμών) vulgar
-
αγορά με πίστωση· λογαριασμός vulgar
Ισοδύναμα
English
tally stick
Παραδείγματα
“※ Ἐάν τὰ σύμβολα καὶ αἱ ἐγκοπίδες δὲν συμφωνοῦν μετ’ ἀλλήλων […] Εάν εἷς τῶν διαδίκων δὲν θέλῃ νὰ ἐπιδείξῃ τὸ ξύλον του, ἔχει ἰσχὺν τὸ ἐπιδειχθέν. […] Σύμβολον καὶ ἐγκοπίς εἶναι ἡ γνωστὴ εἰς τοὺς ἀρτοπώλας καὶ λαχανοπώλας τσέτουλα -ὅταν τὰ δύο τεμάχια δὲν συμφωνοῦν, τότε ἡ νόθευσις εἶναι φανερά”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.