Meaning of τσέρκι | Babel Free
/t͡seɾˈci/Ορισμοί
- μεταλλικό στεφάνι που συγκρατεί τα ξύλα των βαρελιών
-
ο χαρταετός, ειδικά στην περιοχή των Βουρλών της Μικράς Ασίας idiomatic
- βιομηχανοποιημένος ημίσκληρος πλαστικός ιμάντας που χρησιμοποιείται για δέσιμο και σφίγγεται με μηχάνημα
- μεταλλικό ή ξύλινο στεφάνι· τα παιδιά έκαναν αγώνα ποιο θα κυλήσει ταχύτερα το στεφάνι, ωθώντας το είτε με τα χέρια, είτε με ένα ξύλο.
- φόρμα ζαχαροπλαστικής που συγκρατεί περιμετρικά το γλυκό
Παραδείγματα
“(κατ’ επέκταση) το μηχάνημα που σφίγγει το τσέρκι”
“※ Κύλαγε το τσέρκι στην οδό Φυλής […] (στίχος από το τραγούδι του Λευτέρη Παπαδόπουλου Γέλαγε η Μαρία)”
“※ Επειδή σ' αγαπώ, ξαναβγαίνω με τσέρκι στους δρόμους […] (στίχος από το τραγούδι του Λευτέρη Παπαδόπουλου Επειδή σ'αγαπώ)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.