HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τσέρκι | Babel Free

Noun CEFR B1
/t͡seɾˈci/

Ορισμοί

  1. μεταλλικό στεφάνι που συγκρατεί τα ξύλα των βαρελιών
  2. ο χαρταετός, ειδικά στην περιοχή των Βουρλών της Μικράς Ασίας
    idiomatic
  3. βιομηχανοποιημένος ημίσκληρος πλαστικός ιμάντας που χρησιμοποιείται για δέσιμο και σφίγγεται με μηχάνημα
  4. μεταλλικό ή ξύλινο στεφάνι· τα παιδιά έκαναν αγώνα ποιο θα κυλήσει ταχύτερα το στεφάνι, ωθώντας το είτε με τα χέρια, είτε με ένα ξύλο.
  5. φόρμα ζαχαροπλαστικής που συγκρατεί περιμετρικά το γλυκό

Παραδείγματα

“(κατ’ επέκταση) το μηχάνημα που σφίγγει το τσέρκι”
“※ Κύλαγε το τσέρκι στην οδό Φυλής […] (στίχος από το τραγούδι του Λευτέρη Παπαδόπουλου Γέλαγε η Μαρία)”
“※ Επειδή σ' αγαπώ, ξαναβγαίνω με τσέρκι στους δρόμους […] (στίχος από το τραγούδι του Λευτέρη Παπαδόπουλου Επειδή σ'αγαπώ)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τσέρκι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course