HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τσάπα | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ˈt͡sa.pa/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. εργαλείο για σκάψιμο που έχει ξύλινη λαβή και κάθετα σ’ αυτήν ένα πλατύ και ελαφρά κυρτό μεταλλικό κοφτερό εξάρτημα
  3. εξάρτημα αυτοκινούμενου χωματουργικού μηχανήματος που χρησιμοποιείται για εκσκαφές
  4. εκσκαφέας, αυτοκινούμενο μηχάνημα που φέρει το εξάρτημα
    broadly, vulgar

Ισοδύναμα

English Hoe

Παραδείγματα

“Ἔχω τὴ δικιά μου φιλοδοξία: ν' ἀποχτήσω δικό μου κασμά, δικιά μου τσάπα, δικό μου κλαδευτήρι. (Κοσμάς Πολίτης, Στοῦ Χατζηφράγκου, Αθήνα 1963)”
“Τέσσερα JCB, μια τσάπα, μία σφύρα και το πυροσβεστικό όχημα του Δήμου […] είχαν προταθεί έξω από το Παλιό Τελωνείο Χανίων, περιμένοντας το σύνθημα για να ξεκινήσει η επιχείρηση κατεδάφισης. (flashnews.gr, 20 Απρ. 2011)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τσάπα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course