HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τσάκα | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/ˈt͡sa.ka/

Ορισμοί

  1. παγίδα, δόκανο
  2. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Τσάκας
  3. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Τσάκας
  4. το κόψιμο της χαρτωσιάς με ατού, όταν κάποιος δεν έχει φύλλο ίδιου χρώματος
  5. ζακέτα, επενδύτης
    dated
  6. τσάκιση
    vulgar

Παραδείγματα

“Καὶ ὁ γαμβρός, ὁ νοικοκύρης, μὲ τὸ πανωβράκι του τὸ τσόχινον, μὲ τὸ φέσι του τὸ στιλπνόν, μὲ τὴν τσάκαν του τὴν βελουδένιαν, μὲ τὸ ζωνάρι του τὸ μεταξωτόν, θὰ τρέξῃ ἀπ᾽ ὀπίσω του, καὶ θὰ γυρεύῃ νὰ τοὺς χωρίσῃ… (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Έρως Ήρως)”
“άλλες μορφές: τζάκα”
“Συγγενικά : ζακέτα, τζάκετ”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τσάκα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course