Meaning of τσάκα | Babel Free
/ˈt͡sa.ka/Ορισμοί
- παγίδα, δόκανο
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Τσάκας
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Τσάκας
- το κόψιμο της χαρτωσιάς με ατού, όταν κάποιος δεν έχει φύλλο ίδιου χρώματος
-
ζακέτα, επενδύτης dated
-
τσάκιση vulgar
Παραδείγματα
“Καὶ ὁ γαμβρός, ὁ νοικοκύρης, μὲ τὸ πανωβράκι του τὸ τσόχινον, μὲ τὸ φέσι του τὸ στιλπνόν, μὲ τὴν τσάκαν του τὴν βελουδένιαν, μὲ τὸ ζωνάρι του τὸ μεταξωτόν, θὰ τρέξῃ ἀπ᾽ ὀπίσω του, καὶ θὰ γυρεύῃ νὰ τοὺς χωρίσῃ… (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Έρως Ήρως)”
“άλλες μορφές: τζάκα”
“Συγγενικά : ζακέτα, τζάκετ”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.