Meaning of τρυφηλός | Babel Free
Ορισμοί
- αυτός που αρέσκεται στην χλιδή και στην καλοπέραση
- αυτός που δεν έχει σκληραγωγηθεί, ο μαλθακός
- κάτι το απολαυστικό, το πλουσιοπάροχο
Παραδείγματα
“※ Τον πλούτο υπόπτου προελεύσεως, την τρυφηλή ζωή, όλους εκείνους του ρεπεσκέδες ... οι οποίοι επί χρόνια και ζαμάνια θησαύριζαν στύβοντας την πατρίδα και παρίσταναν από πάνω και την αριστοκρατία (Χρήστος Χωμενίδης , Ξέρει η πάπια πού είναι η λίμνη, εκδ. Πατάκης, 2024)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.