HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τρυφηλός | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. αυτός που αρέσκεται στην χλιδή και στην καλοπέραση
  2. αυτός που δεν έχει σκληραγωγηθεί, ο μαλθακός
  3. κάτι το απολαυστικό, το πλουσιοπάροχο

Παραδείγματα

“※ Τον πλούτο υπόπτου προελεύσεως, την τρυφηλή ζωή, όλους εκείνους του ρεπεσκέδες ... οι οποίοι επί χρόνια και ζαμάνια θησαύριζαν στύβοντας την πατρίδα και παρίσταναν από πάνω και την αριστοκρατία (Χρήστος Χωμενίδης , Ξέρει η πάπια πού είναι η λίμνη, εκδ. Πατάκης, 2024)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τρυφηλός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course