Σημασία του τριχίαση | Babel Free
Ορισμοί
ιατρική πάθηση κατά την οποία οι βλεφαρίδες αναπτύσσονται ή στρέφονται προς το εσωτερικό του βλεφάρου, προκαλώντας τριβή στον κερατοειδή και τον επιπεφυκότα, με συνέπεια ερεθισμό ή τραυματισμό
Ισοδύναμα
English
trichiasis
Français
trichiasis
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free