Meaning of τριχίαση | Babel Free
Ορισμοί
ιατρική πάθηση κατά την οποία οι βλεφαρίδες αναπτύσσονται ή στρέφονται προς το εσωτερικό του βλεφάρου, προκαλώντας τριβή στον κερατοειδή και τον επιπεφυκότα, με συνέπεια ερεθισμό ή τραυματισμό
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.