Σημασία του τρέπομε | Babel Free
ˈtɾe.po.meΟρισμοί
first-person plural present of τρέπω (trépo)
first-person, form-of, formal, plural, present
Παραδείγματα
“Older form: τρέπομεν”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.