Meaning of τουρκικός | Babel Free
/ˈtuɾ.ci.kos/Ορισμοί
- που έχει σχέση ή αναφέρεται στους Τούρκους ή την Τουρκία
- ο σχετικός με την Τουρκία και τους Τούρκους
Παραδείγματα
“οι τουρκικές γλώσσες”
the Turkic languages
“※ Τουρκική εισχώρηση στην χερσόνησο των Βαλκανίων αποκαλείται από πολλούς το ενδιαφέρον της Άγκυρας για χώρες σαν την Αλβανία”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.