HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τουρκικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/ˈtuɾ.ci.kos/

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση ή αναφέρεται στους Τούρκους ή την Τουρκία
  2. ο σχετικός με την Τουρκία και τους Τούρκους

Παραδείγματα

“οι τουρκικές γλώσσες”

the Turkic languages

“※ Τουρκική εισχώρηση στην χερσόνησο των Βαλκανίων αποκαλείται από πολλούς το ενδιαφέρον της Άγκυρας για χώρες σαν την Αλβανία”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τουρκικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course